Από την πρώτη κοινωνική μας επαφή ως παιδιά («θέλεις να γίνουμε φίλοι;», «θέλεις να παίξουμε;») μέχρι κάθε σχέση της ενήλικης ζωής μας, πάντα κάποιος από τους συμβαλλόμενους ήταν αυτός που έκανε την πρώτη κίνηση. Συνήθως ο πιο τολμηρός. Στην περίπτωση όμως της κουμπαριάς γονέων – νονών ποιος πρέπει να τολμήσει;


Ακόμη και για αυτό οι παλαιότεροι είχαν έτοιμες λύσεις. Νονοί γινόταν αυτοί που πάντρεψαν το ζευγάρι των γονιών, ενώ συχνά η κουμπαριά μεταφερόταν και από τους γονείς στα παιδιά. Καθώς όμως αυτό δε λειτουργούσε σε κάθε περίπτωση, οι γονείς πλέον προτιμούν φίλους δικούς τους για τον ρόλο του νονού, δημιουργώντας νέες συγγενικές σχέσεις που έχουν επιλέξει οι ίδιοι.

Και επιστρέφουμε στο αρχικό μας ερώτημα. Ποιος κάνει την πρόταση;

Σε αυτό δεν υπάρχει συγκεκριμένη απάντηση. Άλλοι πιστεύουν ότι ο νονός πρέπει να αυτοπροταθεί ενώ άλλοι πιστεύουν ότι οι γονείς είναι εκείνοι που θα πρέπει να κάνουν την ερώτηση.

Περίπτωση 1: Οι γονείς

Το μεγαλύτερο προτέρημα στην περίπτωση που αποφασίζουν οι γονείς, είναι η δυνατότητα να επιλέξουν με τα δικά τους κριτήρια τον πιο κατάλληλο από τους φίλους ή και συγγενείς τους. Οι καλοί και σταθεροί φίλοι, αυτοί που ήταν παρόντες στη διάρκεια της εγκυμοσύνης, αυτοί με τους οποίους έχουν θάρρος και άνεση και κυρίως αυτοί που αγαπάνε το ίδιο το παιδί, βρίσκονται σίγουρα στη λίστα των επιλογών και θα ανταποκριθούν με χαρά και συγκίνηση στην πρόταση αυτή.

Το αρνητικό εδώ είναι η πιθανότητα να βρεθεί σε δύσκολη θέση ο επιλαχών ή επιλαχούσα αν θέλει να αρνηθεί τη πρόταση. Η ευθύνη είναι μεγάλη και η δέσμευση εφ όρου ζωής και δεν είναι όλοι έτοιμοι για κάτι τέτοιο σε κάθε στιγμή της ζωής τους.

Από την άλλη, στις δύσκολες οικονομικά εποχές που διανύουμε δεν είναι πάντα εύκολο να ανταπεξέλθει ο νονός ή η νονά στις οικονομικές υποχρεώσεις που προκύπτουν, όπως τα έξοδα της βάφτισης αλλά και τα δώρα τα οποία ανάγονται σε ένα σχεδόν πάγιο έξοδο.

Οι γονείς πρέπει να είναι προετοιμασμένοι για το ενδεχόμενο άρνησης της πρότασης με μια τέτοια δικαιολογία και να σκεφτούν από πριν πως θα αντιδράσουν σε αυτό. Αν είναι σίγουροι για την επιλογή του ατόμου τότε μπορούν να βρουν έναν τρόπο να πείσουν πως αυτό που κυρίως ζητάνε από αυτούς είναι η αγάπη και το ενδιαφέρον και όχι τα δώρα και οι «οικονομικές παροχές».

Περίπτωση 2: Ο νονός / η νονά

Σε πολλά μέρη της χώρας η παράδοση λέει ότι το παιδί πρέπει «να το ζητήσεις». Με άλλα λόγια, ο νονός ή η νονά αυτοπροτείνονται. Σε αυτήν την περίπτωση τα θετικά είναι ακριβώς αυτά που επισημάνθηκαν ως αρνητικά παραπάνω. Κάποιος που ζητάει να γίνει νονός ή νονά, γνωρίζει καλά τον ρόλο του και τις υποχρεώσεις του και προσφέρεται όντας θεωρητικά έτοιμος για αυτόν. Σίγουρα αγαπάει τους γονείς και το παιδί και για αυτό επιθυμεί μια ξεχωριστή θέση στη ζωή του. Η προθυμία των φίλων που προτείνονται για τη θέση σίγουρα θα δώσει μεγάλη χαρά στους γονείς που θέλουν έναν άνθρωπο εμπιστοσύνης ως πνευματικό γονιό του παιδιού τους.

Αν οι γονείς δεν το επιθυμούν, για τους δικούς τους λόγους, θα πρέπει να αρνηθούν ευγενικά αποφεύγοντας εντάσεις και παρεξηγήσεις.